Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015



"Τι είναι πιο σημαντικό, ο προορισμός ή το ταξίδι;" είναι ένα θέμα που θέτει η σειρά αλλά μπορεί να θέσει ο θεατής για τη σειρά την ίδια.



Μετά τη μεγάλη επιτυχία της σειράς "Bakemonogatari" η μεταφορά μίας ακόμη δουλειάς του δημιουργού στη μικρή οθόνη δεν προκάλεσε καμία έκπληξη σε θαυμαστές και μη του NisiOisiN, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να καθιερώνεται στο κοινό πολύ νωρίτερα όταν επιλέχθηκε να συγγράψει novels για δύο πολύ επιτυχημένους τίτλους στη χώρα του, το Death Note και το xxxHolic. Το ίδιο το Katanagatari όμως είχε μία πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία σαν novel ακόμη και πριν αποκτήσει πολλούς θαυμαστές ή μεταφερθεί σε anime καθώς οι δώδεκα τόμοι που το αποτελούν εκδόθηκαν στη χώρα του μέσα στη διάρκεια ενός χρόνου, όσο διάρκεσε και το ταξίδι των ηρώων του. Το ίδιο μοτίβο κράτησε και το anime το οποίο προβλήθηκε στην τηλεόραση για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2010 και ολοκληρώθηκε σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, στις 11 Δεκεμβρίου, αποτελούμενο από 12 επεισόδια των 50'.

Η ιστορία αρχίζει όταν η Togame, μία φιλόδοξη στρατηγός, επιλέγει να συναντήσει τον Yasuri Shichika, τον γιο ενός εξόριστου ήρωα και έβδομο διάδοχο της τεχνική Kyotouryou, ο οποίος ζει μαζί με την αδερφή του σε ένα απομονωμένο νησί. Το μεγαλεπίβολο σχέδιο της κοπέλας περιλαμβάνει τη συλλογή 12 θρυλικών σπαθιών, σφυρηλατημένων από τον μυστηριώδη Shikizaki Kikki πολλά χρόνια νωρίτερα, για λογαριασμό των Σογκουνάτε. Δεδομένου ότι τα σπαθιά αυτά κατέπιναν τη θέληση του αφεντικού τους και δηλητηρίαζαν την κρίση του, η προσθήκη του Shichika στο πλευρό της αποτελούσε καίριο σημείο του σχεδίου της καθώς η τεχνική Kyotouryuu αντίθετα με όλες τις υπόλοιπες σχολές απέρριπτε τη χρήση σπαθιού και μετέτρεπε τους ίδιους τους μαθητές της σε ένα. Για την Togame που είχε δει παλαιότερους συντρόφους να αθετούν ο ένας μετά τον άλλον τον λόγο και τα καθήκοντά τους μαγεμένοι από τη δύναμη του αντικείμενου αναζήτησης του, ο Shichika ήταν για εκείνη η πιο ασφαλής επιλογή απέναντι στη φύση των σπαθιών.




Μετά την πρόσκληση της Togame, o Shichika την ακολουθεί στο ταξίδι της αφήνοντας πίσω το σπίτι του για γνωρίσει την Ιαπωνία και να εντοπίσει μαζί της τα δώδεκα αφύσικα αυτά σπαθιά. Ωστόσο, σύμφωνα με την Togame, που είχε βιώσει ήδη αρκετές προδοσίες στην προσπάθειά της να τα συλλέξει, η μεγαλύτερη απόδειξη της πίστης του ήταν να μην ορκιστεί στην τιμή του, ούτε να την ακολουθήσει ως μισθοφόρος αλλά να της υποσχεθεί ότι θα την ερωτευτεί.

Katanagatari, όπως λέει και ο τίτλος, είναι η ιστορία των σπαθιών, στην περίοδο Έντο που συχνά-πυκνά συναντάμε σε αντίστοιχες σειρές που γεμίζουν την οθόνη μας με ιστορίες εκδίκησης, τιμής και πολιτικών αλλαγών. Μια εποχή που είναι εύκολο να εκρομαντικευτεί στα έργα της Ιαπωνικής λογοτεχνίας, το τέλος της ουσιαστικά αποτελεί τη μετάβαση της Ιαπωνίας στην μοντερνοποίηση.

Σε μία περίοδο λοιπόν που προσφέρεται ειδικά για εντυπωσιακές μάχες ικανών πολεμιστών, το Katanagatari επιλέγει μία ελαφρώς διαφορετική προσέγγιση μοιράζοντας το ποσοστό των μαχών και του διαλόγου υπέρ του δεύτερου. Υιοθετώντας μία επεισοδιακή φύση, η ιστορία επιλέγει να αφιερώνεται ανά επεισόδιο στη συλλογή ενός εκ των δώδεκα σπαθιών και την ιστορία του ιδιοκτήτη του αλλά και την ανάπτυξη της σχέσης των δύο πρωταγωνιστών κατά το ταξίδι τους.

Ξεχασμένοι σαμουράι, άτομα που θέλησαν να αλλάξουν ζωή, άξιοι ξιφομάχοι, πειρατές και νίντζα που μάταια προσπαθούν να μπουν στον δρόμο τους γεμίζουν τις εικόνες της σειράς και τροφοδοτούν τις εμπειρίες του Shichika στο αναπάντεχο γι' αυτόν αυτό ταξίδι. Για τον Shichika ωστόσο, που μεγαλωμένος σε ένα απομονωμένο νησί, με ικανότητες που και ο ίδιος ουσιαστικά δεν ξέρει τα όριά τους και γερά φυτεμένη μέσα του την ιδέα ότι είναι ουσιαστικά ένα όπλο για να χρησιμοποιηθεί από το αφεντικό του, είναι κάτι παραπάνω από σημαντικές.




Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά για τον κώδικα των σαμουράι και τα πιστεύω που ακολουθούσαν οι πολεμιστές εκείνη την εποχή, όμως πιο συνοπτικά θα ήταν καλύτερα να σταθούμε σε δύο σημεία, στο πόσο βαθιά ριζωμένη ήταν η πεποίθηση ότι ο απόλυτος προορισμός ήταν η επίτευξη του στόχου για έναν πολεμιστή και τη σημασία της νίκης που έφερνε τιμή στον αφέντη του. Παρότι πολλές φορές το συναντάμε ως απόλυτο στοιχείο για την επίτευξη δράματος, με πολεμιστές να σχίζουν πάμπολλα κορμιά στον δρόμο τους λόγω της απελπισίας του να πετύχουν τον τελικό στόχο και να αποδείξουν την πίστη στον άρχο ή στα πιστεύω τους στην πραγματικότητα η πεποίθηση αυτή οδηγούσε σε λιγότερο εντυπωσιακά και περισσότερο δραματικά αποτελέσματα. Ο ταυτόχρονος θάνατος δύο πολεμιστών, ο ένας από το σπαθί του άλλου, ήταν κάτι παραπάνω από συχνό φαινόμενο και περισσότερο τραγικό παρά ρομαντικό θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς.

Η λογική αυτή και οι συνθήκες της μάχης πίεζαν τον πολεμιστή να δει τον αντίπαλό του ως τον απόλυτο εχθρό. Όταν ακόμη και μία στιγμή δισταγμού μπορούσε να σου κοστίσει τη ζωή, τα περιθώρια για δεύτερες σκέψεις ήταν μηδαμινά. Δεδομένου ότι ο πρωταγωνιστής μας ήταν μεγαλωμένος όχι απλά σαν πολεμιστής αλλά με την ιδέα ότι ήταν ο ίδιος ένα σπαθί, η ιδέα για δεύτερες σκέψεις πριν το τελειωτικό χτύπημα ήταν όχι απλώς μηδαμινή αλλά ανύπαρκτη, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.

Η έλλειψη αυτή βασικών συναισθημάτων από την πλευρά του Shichika, και ο διαχωρισμός του εαυτού του από τους υπόλοιπους ανθρώπους από τον ίδιο, θέτει τελικά τις αρχικές βάσεις της σχέσης του με την Togame αλλά και τα ερωτήματα που θα απασχολήσουν τη σειρά αργότερα. Μέσω αυτού, η αφήγηση της ιστορίας με τη χρήση μακροσκελών διαλόγων μεταξύ των πρωταγωνιστών καταφέρνει να εμβαθύνει στις ομοιότητες και τις διαφορές των δύο χαρακτήρων.



Φεύγοντας προσωρινά από τους χαρακτήρες και εστιάζοντας για λίγο στην επιλογή των τεχνικών αφήγησης, χωρίς να είναι άγνωστη η αγάπη του Isin για τον υπερβολικό διάλογο στα διηγήματά του, η σειρά προσπαθεί να διαφοροποιηθεί και εδώ από αντίστοιχες ιστορίες μαχών και πολεμιστών με απίστευτες δυνάμεις που πέφτουν στην ίδια κατηγορία, επιλέγοντας παράδοξους και ανορθόδοξους τρόπους. Με άπειρες αναφορές σε tropes ιστοριών δράσης, από τον τρόπο παρουσίασης του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα και τι χαρακτηριστικά πρέπει να έχει για να ξεχωρίσει, την ατάκα που πρέπει να έχει ο κάθε πρωταγωνιστής, μια ομάδα που αντικαθιστά ως ένα βαθμό το "monster of the week" αλλά που στην πραγματικότητα και καλύτερους δεσμούς από ότι αφήνει να φαίνεται, χτίσιμο έντασης για την απόλυτη μάχη που ουσιαστικά δεν της δίνεται χρόνος αλλά ακόμη και παρουσίαση γεγονότων με στυλ βιντεοπαιχνιδιών η ιστορία αγγίζει πολλά στοιχεία της pop culture και ακόμα περισσότερων κλισέ με εύθυμο τόνο, τα οποία απορροφά και τα μεταστοιχειώνει μέσα στον κορμό της.

Με τον φακό να βρίσκεται κυρίως επάνω στους χαρακτήρες της και τον βασικό στόχο της ιστορίας να εμφανίζεται πολύ αργότερα, αυτή η σύνδεση του παλιού και το νέου ακόμη και στο οπτικό κομμάτι δεν αποδεικνύεται τυχαία διότι τυχαίνει να καταλήγει σε ένα από τα κύρια ερωτήματα της ιστορίας. Η σύνδεση του παλιού και του νέου, η μετάβαση σε μία νέα εποχή και τα απομεινάρια της παλιάς, η άρνηση που έρχεται πολλές φορές ως απόρροια των πραγμάτων. Ο Shichika ως πολεμιστής, ως όπλο, αποτελεί αναμφίβολα ένα στοιχείο της παλιάς εποχής που σταδιακά αρχίζει και χάνεται καθώς η ιστορία αλλάζει και κάθε ένας αντίπαλός του φέρει ένα κομμάτι αυτής της εποχής. Η άρνηση να απομακρυνθούν από τα παλιά πιστεύω και τον τρόπο ζωής, η τιμή που αποζητάν οι πολεμιστές, η μετάνοια, οι παράπλευρες απώλειες που φέρνουν οι διαμάχες μεγαλύτερων δυνάμεων, η εμμονή με τις πολεμικές τέχνες, ο κώδικας και τα έθιμα που πρέπει να ακολουθήσει κάποιος σημειώνονται διακριτικά πίσω από τις ιστορίες των χαρακτήρων.




Κομμάτια αυτού του παρελθόντος αποτελούν και οι δύο πρωταγωνιστές της σειράς. Η Togame, βυθισμένη στον στόχο της εκδίκησης για τον θάνατο του πατέρας της, γίνεται μέρος ενός μεγαλύτερου σχεδίου για να εκπληρώσει τον στόχο της. Ο Shichika από την άλλη δεν είναι απλά μέρος του παρελθόντος αλλά ο ίδιος ένας απομεινάρι της ιστορίας καθώς αντιπροσωπεύει τις παραδόσεις που περνάνε από γενιά σε γενιά και τέχνες που αρχίζουν να εκλείπουν.

Ανάμεσα στο ταξίδι αυτό προς τον τελικό στόχο οι χαρακτήρες αρχίζουν να μαθαίνουν ο ένας από τον άλλον. Με τον Shichika να είναι στερημένος από κάθε είδους συναισθήματα και σκέψεις απέναντι στις μάχες που έχει να αντιμετωπίσει, οδηγείται σε αυτές αρχικά με μόνο λόγο τη θέλησή του να υπηρετήσει τα καθήκοντά του ως ένα όπλο, όπως θα έπρεπε να κάνει ένα όπλο. Αυτό είναι κι ένα από τα κυριότερα ερωτήματα που θα απασχολήσει τον πρωταγωνιστή αργότερα. Ποια είναι τα κίνητρά του; Γιατί πολεμά; Για ποιον το κάνει; Είναι απλώς ένα όπλο χωρίς σκέψη ή έχει αποκτήσει τους δικούς του λόγους; Συγκριτικά με την Togame η οποία είχε καταφέρει να βιώσει τις διάφορες πλευρές των ανθρώπων, θα έλεγε κανείς πως ο Shichika είναι ένα νεογνό απέναντι σε μία νέα πηγή πληροφοριών. Οι ευκαιρίες να δει τις αντιδράσεις άλλων ανθρώπων, να μοιραστεί τις σκέψεις τους, να γνωρίσει καλύτερα αυτόν που έχει απέναντί του και τελικά να αρχίζει να τους αναγνωρίζει ως ανθρώπους και όχι ως ένα αντικείμενο προς κοπή πλημμυρίζουν τον Shichika με νέα, άγνωστα προς αυτόν, συναισθήματα που πρέπει να μάθει να διαχειρίζεται. 



Στον αντίποδα η Togame, έχοντας μάθει να προστατεύει τον εαυτό της και να πετυχαίνει τον στόχο της με κάθε δυνατό τρόπο, συστήνεται σε μία άλλη πλευρά της ανθρώπινης φύσης και αρχικά ίσως από καθαρή περιέργεια ή ίσως και από συμφέρον τελικά καταλήγει να ανοιχτεί λίγο περισσότερο, να γνωρίσει μία σχέση εμπιστοσύνης και να έρθει αντιμέτωπη με το παρελθόν της. Παρόλα αυτά, και παρά τα ερωτικά συναισθήματα που αρχίζει να θρέφει προς το πρόσωπο του Shichika και ένα νέο μονοπάτι να ανοίγεται μπροστά της, καταλήγει να παραμείνει έρμαιο του παρελθόντος, καταπιέζοντας επίπονα συναισθήματα παλιομοδίτικων εννοιών. Ίσως τελικά η Togame κατά τη διάρκεια της σειράς να παρέμεινε λιγότερο άνθρωπος από ότι ο Shichika κατά μία πιο ελεύθερη έννοια της λέξης, αφού ουσιαστικά σε αντίθεση με τον πρώτο δίσταζε απέναντι στα νέα συναισθήματα που είχαν δημιουργηθεί μέσα της.

Με τους δύο πρωταγωνιστές να βιώνουν νέα πράγματα σε κάθε νέα τους περιπέτεια, δε θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι υπόλοιποι χαρακτήρες είχαν το ίδιο καλή μεταχείριση, ίσως γιατί η παρουσία τους είχε περισσότερο συμβολικό παρά ουσιαστικό ρόλο. Η σειρά παρουσιάζει μία γκάμα χαρακτήρων από τους οποίους ελάχιστοι μένουν αξιομνημόνευτοι και καταλήγουν να γίνουν περισσότερο λίπασμα στην εξέλιξη του πρωταγωνιστικού ζεύγους παρά να εξελιχθούν οι ίδιοι. Εσκεμμένα ή μη, ο ρόλος τους δε θα μπορούσε να αποδοθεί καλύτερα για μία ιστορία που μιλάει για μία εποχή που χάνεται αφού και οι ίδιοι παραμένουν τελικά αφανείς μέσα στην ιστορία της ιστορίας τους της ίδιας, ως κουφάρια περασμένων καιρών. Και η ιστορία αυτή και οι μάταιες προσπάθειες να πάει κάποιος αντίθετα στη ροή της είναι ένα από τα μεγάλα θέματα που αγγίζει η σειρά προς το τέλος.

Δε θα ήταν παράλογο να πούμε ότι τα κενά που υπάρχουν πίσω από τις προσωπικές ιστορίες πολλών χαρακτήρων ήταν περισσότερο επιλογή παρά παράληψη του συγγραφέα αφού ήταν σημάδια και ιστορίες περασμένων καιρών που η ιστορία άφηνε πίσω. Άλλωστε, οι πράξεις των χαρακτήρων στο παρόν ήταν αυτές που μετρούσαν περισσότερο και τα ελάχιστα σημάδια της πορείας τους απλώς μαρτυρούσαν τους λόγους που έφτασαν ως εκεί. Για κάποιον που κοιτάζει το μέλλον πόση σημασία θα είχε το παρελθόν;




Η τελική σκηνή πριν την έναρξη της τελευταίας μάχης σηματοδοτεί την αλλαγή των στόχων και το πέρασμα από τη μία εποχή στην άλλη. Η Togame τελικά πέφτει νεκρή και λίγο πριν τον θάνατό της συνειδητοποιεί όλα αυτά που την έδεναν με το παρελθόν, την ανικανότητά της να ξεπεράσει κάποια πράγματα βαθιά μέσα της και την καταπίεση των συναισθημάτων της ακόμη και την τελευταία στιγμή. Η τελευταία προσταγή της προς τον Shichika, να την ξεχάσει και να προχωρήσει με τη ζωή του, είναι ουσιαστικά και το τελευταίο κομμάτι που δένει τον πρωταγωνιστή με το παρελθόν του. Η μετάλλαξη του πρωταγωνιστή είχε ήδη επιτευχθεί, και ο Shichika βλέποντας τον εαυτό του ως άνθρωπο πλέον και όχι ως όπλο αρνείται να ακολουθήσει τη διαταγή.




Με το γεγονός αυτό, ο πρωταγωνιστής τελικά αποφασίζει να σπάσει τον κύκλο μίσους και τη μετάβαση προσωπικής έχθρας και ευθυνών από τη μία γενιά στην άλλη επιλέγοντας όχι να ζητήσει εκδίκηση αλλά να πεθάνει καταστρέφοντας τα αντικείμενα που οδήγησαν τα γεγονότα ως εκεί. Η άρνηση μίας πιο παλιομοδίτικης έννοιας με μία επιλογή που παρουσιάζει περισσότερο την απελπισία στην οποία οδηγούν τα πρώτα σε αυτής δείχνει την εξέλιξη του Shichika ως χαρακτήρα και την επιλογή του να δει τον εαυτό του πλέον ως κάτι παραπάνω από ένα μέσο για την επίτευξη ενός στόχου, είτε αυτό ήταν από την πλευρά της Togame είτε από την πλευρά του Shikizaki.

Η τελική μάχη με τον Emonzaemon, ενός χαρακτήρα που ουσιαστικά ενσάρκωνε ένα κομμάτι του παλαιού καθεστώτος, λίγο πιο σκληρή από τις άλλες αλλά σαφώς χωρίς κανέναν δισταγμό από καμία πλευρά, ήταν αυτή που τελικά έδωσε τέλος σε όλα. Ο Emonzaemon και η πριγκίπισσα Hitei έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πορεία των δυο πρωταγωνιστών καθ' όλη τη διάρκεια της σειράς. Καθώς ο πρώτος φαίνεται, παρότι δήλωνε πως είχε αφήσει πίσω του το παρελθόν και το όνομά του, να παραμένει δεμένος με τις παλιές του συνήθειες, πεθαίνει ενώ η Hitei που τελικά απαρνείται την κληρονομιά της και θέτει τους δικούς της κανόνες για να αποκοπεί από αυτήν ζει για να περάσει στην επόμενη εποχή.

Αυτή η μάχη του παλιού με το νέο μεταμορφώνει τελικά τον Shichika σε έναν νέο άνθρωπο που καταφέρνει να κάνει μόνος της επιλογές του. Ωστόσο ακόμη και στον ίδιο δεν είναι ξεκάθαρο αν η πορεία του ήταν καλή ή κακή. Ερωτήματα όπως γιατί πολεμούσε ή αν ήταν σωστές οι επιλογές του βασανίζουν τον πρωταγωνιστή ήδη από το δεύτερο μισό της ιστορίας. 




Τελικά ποιοι ήταν οι καλοί και ποιοι οι κακοί σε αυτή την ιστορία; Οι ισορροπίες της παρουσίασης των τριών μετώπων που είχαν ανοιχθεί παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον μιας και καμία δεν χρωματίζεται ως ξεκάθαρα καλή ή ξεκάθαρα κακή. Ο Shichika άλλωστε βρίσκεται ανάμεσα στους χαρακτήρες που μπορούσε να σκοτώσει χωρίς δισταγμό. Μέσα από τις πράξεις τους μπορείς να ξεχωρίσεις τις πράξεις και τα κίνητρά τους αλλά σε τελευταία ανάλυση κάθε πλευρά φάνηκε να είναι περισσότερο θύμα των καιρών παρά ο κακός τη υπόθεσης. Εξάλλου κάθε μία πλευρά είχε εντελώς διαφορετικές αξίες, κίνητρα και τελικό στόχο και όπως πολλοί λένε την ιστορία τη γράφουν πάντα οι νικητές. Έτσι ο θεατής που έχει την ευκαιρία να γίνει μάρτυρας όλων αυτών των γεγονότων έχει τη δυνατότητα να κρίνει μόνος του. 

Παρακολουθώντας το ταξίδι των χαρακτήρων από την αρχή μέχρι το τέλος πιθανότατα ένα από τα πιο δυνατά μηνύματα που θέλει να περάσει η σειρά είναι ότι σημασία έχει περισσότερο το ταξίδι παρά ο προορισμός. Ο Shichika βρέθηκε πολύ κοντά στον στόχο του, όμως αυτό δεν έφερε απαραίτητα την ολοκλήρωσή σου, αντίθετα με τις εμπειρίες που απέκτησε κατά την διάρκειά του.

Ωστόσο, παρά την ολοκλήρωση του ταξιδιού του πρωταγωνιστή, μείον για τη σειρά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η έντονη εστίαση στο πρωταγωνιστικό δίδυμο παρά τους συχνούς και μεγάλους διαλόγους της σειράς που κανονικά θα μπορούσαν να δώσουν περισσότερο βάθος και σε τρίτους χαρακτήρες. Το γεγονός ότι δεν εστιάζει εξίσου τουλάχιστον στους πιο βασικούς χαρακτήρες μπορεί να μην ικανοποιήσει όλους τους θεατές πράγμα, περίεργο καθώς δε διστάζει σε αντίθεση να αφιερώσει αρκετό χρόνο συνολικά στο fanservice, πολλές φορές μάλιστα εστιάζοντας σε διάφορα σημεία του σώματος της πρωταγωνίστριας ακόμη κι όταν αυτό δεν είναι απαραίτητο στοιχεία ούτε για τη σειρά την ίδια αλλά ούτε προσφέρει κάτι παραπάνω στις σκηνές που περιέχεται. Οι έντονοι διάλογοι που υπερκαλύπτουν το ποσοστό δράσης μπορούν να απογοητεύσουν επίσης τους λάτρεις της δεύτερης αφού οι μάχες αποτελούν, όσο οπτικά όμορφες κι αν είναι, ένα μικρό κομμάτι της και όχι τον πραγματικό στόχο της ιστορίας.




Από την πένα του Isin, στα τεχνικά κομμάτια της σειράς, φαίνεται ότι η επιλογή του να εμπιστευτεί το Studio White Fox και όχι τη SHAFT αποδείχθηκε αρκετά καλή. Με πιο γνωστή σειρά στο κατάλογό του τη μεταφορά του Steins;Gate σε anime, το στούντιο επιλέγει έντονα χρώματα και ένα παρασκήνιο πιο κοντά στο σχέδιο Ukiyo-e, μια τεχνοτροπία που άνθισε στην Ιαπωνία κατά την περίοδο Έντο, συνοδεύοντας αρμονικά τον ελαφρώς πιο μοντέρνο σχεδιασμό των χαρακτήρων, με τις στυλάες και πολύχρωμες στολές τους. Παρότι το animation δεν ξεχωρίζει ιδιαίτερα, με εξαίρεση τις σύντομες μάχες των επεισοδίων, σαν σύνολο δένει όμορφα και προσφέρει ένα πολύ ικανοποιητικό αποτέλεσμα στο οπτικό κομμάτι ενώ τα σκηνοθετικά τερτίπια προς σωτηρία προϋπολογισμού και εισαγωγή κωμικών στοιχείων φαίνεται έχουν βρει τη σωστή συνταγή χωρίς να χαλάνε την ροή των επεισοδίων. Η μουσική επένδυση συνοδεύει άριστα το οπτικό κομμάτι με μία μείξη παραδοσιακής μουσικής των ανατολικών χωρών και σωστή χρήση στα κατάλληλα σημεία χωρίς να γίνεται υπερβολική.

Από πλευράς voice acting, ο σχετικά νέος στο επάγγελμα τότε Yoshimasa Hosoya στον ρόλο του πρωταγωνιστή έκανε φιλότιμες προσπάθειες απέναντι σε πιο έμπειρες φωνές του χώρου όπως της συμπρωταγωνίστριάς του Tamura Yukari, του Koyama Rikiya στον ρόλο του Emonzaemon και του βετεράνου Okiayu Ryotaro στον ρόλο του Houou, ενώ η νεότερή του Haruka Tomatsu παρέδωσε μία σαφώς πιο ώριμη και ενδιαφέρουσα ερμηνεία.

Αξίζει τελικά να δει κανείς το "Katanagatari"; Ναι, για την ιδιαίτερη προσέγγιση του στο είδος, τα αρκετά ενδιαφέροντα ερωτήματα που θέτει, τις μικρές αλλά εντυπωσιακές μάχες, το όμορφο σχέδιο και τελικά το ταξίδι των δυο πρωταγωνιστών.


Enjoyment: 8
Worth Watching: 8

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου